Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Η κυρα Λίτσα

Θα μου επιτρέψετε να αφιερώσω το ποίημα στον Δημήτρη και την Βάνα .
Δύο ανθρώπους που δεν ξεχνάν τι θα πει να είσαι άνθρωπος.!!!!!!!!!!
Η κυρα Λίτσα

Χρόνια κλεισμένη στα σκληρά δεσμά της λογικής
Δεσμά που αλυσόδεσαν πριν χρόνια το μυαλό της
Θύμα και αυτή όπως πολλοί ετούτης της ζωής
Δοκιμασίες δύσκολες που λύγισαν  το λογικό της

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι από τα ίδια
Αυτό που κάποιος ξεπερνά ,τον άλλο τον τρελαίνει
Την κυρα Λιτσα βρήκανε ,να κλαίει στ’ αποκαΐδια
Σαν κάηκε το σπίτι της και η κόρη της η Ελένη

Και από τότε, χρόνια πριν , τα λογικά της πάνε
Στα δυο χωρίστηκε ο νους, δυο φωνές της λένε
Σπαρακτικές φωνές ,την κόρη της να της ζητάνε
Και δυο μυαλά που μέσα της ,ολημερίς να κλαίνε


Κανέναν δεν επείραζε, στον κόσμο της κλεισμένη
Θαρρεί πως ζει η κόρη της κάπου στα μαύρα ξένα
Και κάποια μέρα θε να ρθει ξανά, η όμορφη Ελένη
Μάνα και κόρη θα βρεθούν, να πουν τα περασμένα

Χρόνια και χρόνια που ζητά να της τηλεφωνήσει
Μα όλο ξεχνά τον αριθμό που έχει το παιδί της
Θέλει πριν φύγει απ’την ζωή στην κόρη να μιλήσει
Και να της πει δεν ξέχασε ,κάποια υπόσχεση της

Σε ένα τηλέφωνο παλιό που δεν δουλεύει ,όλη μέρα
Να θυμηθεί τον αριθμό ,ποτέ της δεν το καταφέρνει
Ποτέ δεν μίλησε κανείς απ’ την γραμμή την πέρα
Μα η κυρα Λίτσα  πολεμά ,παίρνει και ξαναπαίρνει

Απ’ την αρρώστια του μυαλού, κανείς ποτέ δεν πάει
Το σώμα όμως είναι αλλιώς ,έχει δικούς του νόμους
Χάνονται πλέον οι αντοχές ,σαν η ψυχή πονάει
Και η  Λιτσα άρρωστη βαριά, τρελαίνει νοσοκόμους

Φέρτε μου ένα τηλέφωνο ,στην κόρη μου να πάρω
Να της μιλήσω σχετικά με την υπόσχεση μου
Θέλω ένα τηλέφωνο ,πριν φύγω με τον Χάρο
Θέλω επιτέλους η φτωχιά ,να ακούσω το παιδί μου

Γελά ο κόσμος γύρω της ,που ακούει μια τρελή
Τηλέφωνο να τους ζητά για να τηλεφωνήσει
Ο βλάκας πάντοτε γελά ,σε ετούτη την ζωή
Σαν κάτι δεν μπορεί αυτός ,να το κατανοήσει

Τα μάτια της βουρκώνουνε {και ο τρελός πονάει}
Μέσα απ’ τα δάκρυα θωρεί ,φτάνει μια οπτασία
Ντυμένος στα κατάλευκα ,γλυκά που την κοιτάει
Σαν άγγελο είδε τον γιατρό ,η άρρωστη φαντασία

Πιάνει το ένα χέρι της και στοργικά της το φιλά
Λιτσα μου βρέθηκε ο αριθμός που έχει η Ελένη
{Δεν έχει κόστος άνθρωπος αν δείξει ανθρωπιά}
την κάλεσα στο κινητό, στην άλλη άκρη περιμένει

Έλαμψε ένα πρόσωπο ποιο φωτεινό απ’ την μέρα
Αρχίζει η δόλια να μιλά και απόκριση να παίρνει
Μίλαγε στην Ελένη της και η τρέλα πήγε πέρα
Σαν να μην χάθηκαν ποτέ ,καλά τα καταφέρνει

Ήθελα Ελένη να σου πω ,για την υπόσχεση μου
Θυμάσαι που με έβαλες ,όρκο για να σου δώσω
Πως δεν θα φύγω  απ’την ζωή, μονάκριβη μου
Προτού νυφούλα Ελένη μου, εσε να καμαρώσω


Εδώ είμαι παιδάκι μου εγώ ,εδώ , σε περιμένω
Τέλειωσε τις δουλίτσες σου και έλα να με βρεις
Το νυφικό σου Ελένη μου, εγώ στο έχω ραμμένο
Δίπλα σου θα είμαι Ελένη μου, όταν θα παντρευτείς

Άκουγε ο άνθρωπος γιατρός και πόναγε η ψυχή του
Κι από την άλλη την γραμμή έκλαιγε κάποια Ελένη
Η Λιτσα χρόνια αρκετά ,που ήτανε ασθενής του
Ήξερε την ψυχούλα της ,που ήταν τόσο πονεμένη


Της κράταγε το  χέρι τρυφερά ,στο χέρι το δικό του
Και αυτή μιλώντας πόναγε, στου σώματος την πάλη
Ώσπου απ’ το χέρι της γλιστρά, ξάφνου το κινητό του
Και η Λιτσα με χαμόγελο ,πάει στην ζωή την άλλη


Καθόλου δεν την ένοιαξε αν πόναγε αυτή 
Αυτό που χρόνια ζήταγε το είχε καταφέρει
Κι έφυγε ευτυχισμένη από ετούτη την ζωή
Γιατί μια γλυκιά ψυχή της κράταγε το χέρι

John Fenix

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου